Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Ελλάδα, μια μεγάλη ομάδα!

Ο Αλέξης Σπυρόπουλος γράφει για την συνήθεια της Εθνικής να νικά, και τη συνείδηση των Ρουμάνων ότι στο Βουκουρέστι θα αντιμετωπίσουν μια καλύτερη, από τη δική τους, ομάδα.  
Πίστευα στο μηδέν πίσω. Όχι σαν μια (προσ)ευχή, να βάλει κάποιος καλός θεός ένα χέρι. Το πίστευα, με υπολογισμό. Ψυχρά. Κατ’ εκτίμησιν. Εκατσα και μέτρησα. Πέντε ματς πριν τη Ζένιτσα, μηδέν πίσω. Εξι ματς μετά τη Ζένιτσα, έξι νίκες, όλες με μηδέν πίσω. Εβγαινε 11/12. Οπερ έδει δείξαι. Η Ζένιτσα ήταν ένα ατύχημα. Μία εξαίρεση. Το 11/12 είναι κανόνας.
Πιστεύω φανατικά, ακράδαντα, στη δύναμη της συνήθειας. Όλα, στον υψηλό αθλητισμό, είναι συνήθεια. Η νίκη είναι συνήθεια. Το μηδέν πίσω, κι αυτό είναι συνήθεια. Αν συνηθίσεις να νικάς, θα νικήσεις και στην καλή μέρα αλλά, πιθανότατα, και στην κακή. Αν εθιστείς στην ήττα, θα ηττηθείς, εννοείται στην κακή μέρα, αλλά πιθανότατα ακόμη και στην…καλή.
Η μία νίκη φέρνει τη δεύτερη. Οι δύο, την τρίτη. Οι τρεις, την τέταρτη. Πάει λέγοντας. Για την ώρα, η Εθνική είναι στις επτά. Σερί. Η δύναμη της συνήθειας είναι ο λόγος που έμαθα και πλέον δεν υποτιμώ, δεν σνομπάρω, καμία μα καμία νίκη. Την παραμικρή. Ένα-μηδέν με το Λίχτενσταϊν; Μισό-μηδέν, σε κάποιο ασήμαντο φιλικό; Όλα, νίκες είναι. Ομορφες, άσχημες, βαρετές, ενδιαφέρουσες, αδιάφορες, αλλά νίκες.
Το 11/12 πριν τους Ρουμάνους δεν ήλθε επειδή οι αντίπαλοι έσπασαν τα ελληνικά δοκάρια ή επειδή ο Καρνέζης έβγαλε 652 τετ-α-τετ. Ηλθε, επειδή η ομάδα δεν επιτρέπει το να τρώει φάσεις. Ευκαιρίες. Δεν τρως φάσεις, δεν τρως (συχνά) γκολ. Δεν τρως γκολ, νικάς. ‘Η, στη χειρότερη, φέρνεις ισοπαλία. Απλή στατιστική. Ιδίως τέτοια παιγνίδια, όπως τα πλέι-οφ τώρα, εντάσσονται στην κλασική περιγραφή «δεν παίζονται, κερδίζονται».
Η Εθνική δεν έφαγε φάσεις. Πάλι. Αλλά, για μια φορά, δεν κράτησε το μηδέν. Δεν με ταράζει η διάψευση της εκτίμησης. Διότι ξέρω, έχω την επίγνωση, γιατί συνέβη. Συνέβη, για τον ένα και μοναδικό λόγο ότι δεν υπάρχει εφικτός τρόπος ν’ αποκλείσεις απ’ την εξίσωση του ποδοσφαίρου το λάθος. Ποτέ. Και το λάθος, πάντοτε είναι στην αρχή. Ασχέτως αν εμείς, κατά κόρον, εστιάζουμε στο τέλος. Γι’ αυτό μ’ αρέσουν οι Βρετανοί τηλεσκηνοθέτες. Όταν δίνουν ριπλέι του γκολ, δεν το περιορίζουν στην τελική πάσα και στην εκτέλεση. Το πιάνουν απ’ το σημείο όπου γεννιέται η προϋπόθεσή του. Και, χάρη στην εις βάθος γνώση τους, αμέσως βγάζουν σε κοντινό πλάνο αυτόν που έκανε, αν κάποιος έχει κάνει, το λάθος.
Εδώ, το λάθος γίνεται στο πλάγιο άουτ. Με μέτωπο στην κερκίδα και δύο αντιπάλους στην πλάτη, ο Μάρικα δεν μπορεί ούτε να κουνηθεί. Εκλιπαρεί για ένα φάουλ. Του το δωρίζει, εκεί και τότε, απλόχερα ο Τοροσίδης. Σεϊταρίδης, στο πρώτο ματς του Μουντιάλ. Με τη Νότια Κορέα. Το ένα λάθος φέρνει το επόμενο. Ένα ωραίο κτύπημα του Τόρζε, ο Καρνέζης που δεν συναντιέται με τη μπάλα σε κανένα σημείο της εναέριας διαδρομής της, ο Τοροσίδης που χάνει στο ατομικό μαρκάρισμα τον σκόρερ, έγινε, τελείωσε. Παρακάτω.
Θέμα, δεν είναι το λάθος. Θέμα, στο ποδόσφαιρο, είναι η αντίδραση μετά το λάθος. Εκεί, παίζεται όλη η διαφορά. Ο Τοροσίδης, δευτερόλεπτα αργότερα, ανεβαίνει απτόητος στο μισό του γηπέδου της Ρουμανίας. Ο Ματσέλ θα είχε καταρρακωθεί. Ο Τοροσίδης δίνει το 2-1. Ασφαλώς, στο τέλος το 2-0 θα ‘ταν ρεαλιστικά προτιμότερο απ’ το 3-1. Αλλά το 3-1, έτσι όπως έγινε, διαισθάνομαι πως γέμισε με πιο ούριο άνεμο το ελληνικό πανί για το ταξίδι προς Βραζιλία. Διότι ανέδειξε ξεκάθαρα το άλλο πράγμα στο οποίο, εξίσου ακράδαντα, πόνταρα. Και, επί τούτου, δεν διαψεύστηκα. Την απόσταση στην προσωπικότητα.
Η προσωπικότητα της Εθνικής είναι σκληρή σαν μέταλλο. Η προσωπικότητα της Ρουμανίας είναι μαλακή σαν βούτυρο. Ελιωσε, στη ζέστη. Δεν έχει να κάνει με το πόση μπάλα ξέρεις, είναι μάλλον βέβαιον ότι ο Τόρζε ξέρει καλύτερη μπάλα απ’ τον Σαλπιγγίδη. Εχει να κάνει με κάτι που βιώνεται αλλά δύσκολα περιγράφεται. Πώς το άτομο παίρνει, για καλό ή για κακό, απ’ την προσωπικότητα του συνόλου. Επίσης, δεν έχει να κάνει με απουσίες (Κίρικες) ή παρουσίες. Η προσωπικότητα της Κροατίας έλιωσε σαν βούτυρο πρόπερσι, κι ήταν παρόντες και ο Μόντριτς της Ρεάλ και ο Μάντζουκιτς της Μπάγερν. Ελιωσαν, πριν τέσσερα χρόνια, κι ο Σεβτσένκο με τον Τιμοστσούκ. Μες στο Ντόνετσκ. Οι Γάλλοι έχουν τον Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς, κι έκαναν 0-2 στο Κίεβο. Ο Μόντριτς κι ο Μάντζουκιτς, 0-0 στο Ρέικιαβικ. Η Ελλάδα με τον Τζιόλη, 3-1.
Το δύσκολο για τους Ρουμάνους εμπόδιο δεν είναι το χάντικαπ των δύο γκολ. Δύο γκολ χάντικαπ, είναι πολύ και τίποτα. Ένα, κάπως, το βάζεις. Υστερα, σε οπλίζει δύναμη η σκέψη ότι άλλο ένα να βάλεις…κι έφυγες. Υψηλό για τους Ρουμάνους εμπόδιο είναι η κατά βάθος συνείδηση, μια εδραιωμένη μέσα τους συνείδηση, πως έχουν ν’ αντιμετωπίσουν πιο ισχυρή ομάδα.
Το επόμενο δύσκολο, στο να περιγραφεί, πράγμα. Η εκτίμηση των ξένων. Το ζει, το βρίσκει εύκολα μπροστά του, όποιος βγαίνει έξω ακολουθώντας την ομάδα. Την αντιμετώπιση που της επιφυλάσσουν οι όποιοι οικοδεσπότες. Αλλ’ υπάρχει ο τρόπος, να το διαισθανθεί κανείς και εδώ. Προσέχοντας μικρά σημάδια. Πώς ομιλούν για την Ελλάδα, όποιοι έρχονται να την αντιμετωπίσουν. Πώς στήνονται στο χορτάρι, για να την αντιμετωπίσουν. Πώς χρησιμοποιούν σαν δικαιολογία στην ήττα τους, την αξία της Ελλάδας. Πώς θέλουν να πολλαπλασιάζουν την αξία της νίκης τους, επειδή την πέτυχαν εναντίον της Ελλάδας.
Η πρώτη φορά που άκουσα τη φράση «η Ελλάδα είναι μια μεγάλη ομάδα» ήταν στο Πόρτο. Και την άκουσα, με τα αυτιά μου, στα ισπανικά. Απ’ τον Ραούλ! Το 2004. Τότε, ήταν μια διετία-εποποιία. Ιλιάδα και Οδύσσεια μαζί. Στα χρόνια μετά, δεν υπάρχει πουθενά εποποιία. Η εποποιία έδωσε τη θέση της στις business as usual. Αντί έπος, υπάρχει η συνήθεια. Η προσωπικότητα. Με τον καιρό, υποβάθμισα μέσα μου το να δίνω ιδιαίτερη σημασία στην τακτική, στην ανάλυση, στο σύστημα, στις επιλογές. Η Εθνική, στα 40 ματς με τον Φερνάντο Σάντος, έχει…τέσσερις ήττες, 10%. Εχει 24 νίκες, 60%. «Δεν υπάρχουν» αυτά τα ποσοστά.
Το μόνο που δεν θα υποβαθμίσω ποτέ, είναι το να (κατα)μετρώ.
Πηγή: gazzetta.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: