Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Μεγαλώνοντας με τον Ραούλ!

Όταν ο Ραούλ νίκησε τη Μαρία και το ποδόσφαιρο τις σχέσεις. Ο Γιώργος Καραμάνος αναπολεί για τα 20 χρόνια από το ντεμπούτο του θρύλου της Ρεάλ.
Ο Χόρχε Βαλδάνο είχε ήδη κάνει την έκπληξη και τον είχε συμπεριλάβει στην αποστολή. Κανείς φυσικά δεν ασχολήθηκε με το ότι κάποιος τόσο πιτσιρικάς είχε ταξιδέψει με τους μεγάλους της Ρεάλ στη Σαραγόσα. Το παιχνίδι ξεκίνησε και δεν πήγαινε καλά για τους Μαδριλένους: «Εάν ήσουν εσύ ο προπονητής, θα σε έβαζες στο ματς;» τον ρώτησε ο προπονητής του, για να λάβει την γεμάτη θράσος απάντηση του 17χρονου (και 4 μηνών) Ραούλ Γκονθάλεθ Μπλάνκο: «Εάν θέλεις να πάρεις το παιχνίδι ναι. Εάν όχι, τότε μην με βάλεις!»
Ο διάλογος είναι πέρα για πέρα αληθινός και τον έχει αποκαλύψει στην αυτοβιογραφία του ο Αργεντινός τεχνικός. Βέβαια σε εκείνη την αναμέτρηση τα λόγια του Ραούλ δεν είχαν αγωνιστική ανταπόκριση στο χορτάρι. Ο μικρός ήταν δαιμόνιος, βρέθηκε μέσα στις φάσεις, έχασε ευκαιρίες, αλλά γκολ δεν έβαλε και η ομάδα του γνώρισε την ήττα με 3-2. Ωστόσο, εκείνη η ευκαιρία που του δόθηκε, στάθηκε υπεραρκετή, ώστε να πείσει όλο τον κόσμο ότι θα άξιζε κι άλλες.
Θα τις έπαιρνε ακατάπαυστα, τα γκολ θα άρχιζαν να έρχονται και θα σταματούσαν με τη φανέλα της Ρεάλ έπειτα από 16 εκπληκτικές σεζόν. Σε αυτό το διάστημα θα πανηγύριζε 380 φορές σε 871 αγώνες (0,44 γκολ ανά ματς) και θα έγραφε κάθε λογής ιστορία στα κιτάπια του συλλόγου. Από εκείνο το απόγευμα λοιπόν στη Σαραγόσα πέρασαν κιόλας 20 χρόνια. Οσοι τον λατρέψαμε, οπαδοί της Ρεάλ και μη τον αναπολούμε. Και κάπως έτσι μπήκα στη διαδικασία να γράψω μία περίεργη ανάμνηση που έχω από τη δική μας πρώτη γνωριμία που θα ερχόταν περίπου ένα χρόνο αργότερα από εκείνο το ντεμπούτο…

ADVERTISEMENT
Για την ακρίβεια όποτε πάει η κουβέντα στον Ραούλ, μου έρχεται στο μυαλό μία περίεργη ανάμνηση που έγινε πιο συνειδητή μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου. Ούτε καν θυμάμαι πως είχε βρεθεί στα χέρια μου ένα βιβλίο του Κωνσταντίνου Καμάρα. Πρόκειται για τον γιο του Αριστείδη Καμάρα, του θρυλικού κεντρικού αμυντικού του Παναθηναϊκού που αγωνίστηκε στον τελικό του «Γουέμπλεϊ». Το βιωματικό έργο του υιού ονομάζεται «Οιδίπους σέντερ μπακ» και ένα από τα βασικά συμπεράσματα του είναι ότι ο συγγραφέας περιγράφει όλες τις αναμνήσεις της ζωής του συνδεδεμένες με κάποιο ιστορικό δεδομένο της αγαπημένης ομάδας του. Επειδή δεν ήταν λίγες οι φορές που το παθαίνω κι εγώ, με την ευρύτερη όμως έννοια των ποδοσφαιρικών στιγμών: ταυτίστηκα!
Για αυτό τον απίθανο λόγο ο Ραούλ είναι συνδεδεμένος με τη Μαρία, την πρώτη κοπέλα που ονόμασα αυτό που αποκαλούμε «σχέση». Με τη Μαρία λοιπόν εκείνο το βράδυ σκοτωθήκαμε. Ημουν μάλλον λίγο υποχωρητικός εκείνη την εποχή και δεν μπορούσε να δεχτεί την επανάσταση μου: «Θα πάμε για καφέ με τις φίλες μου», με πίεσε. «Δεν υπάρχει περίπτωση. Παίζει ο Παναθηναϊκός και θα το δω», επέμεινα, φουσκώνοντας από αντριλίκι. Για κάποιο απίθανο λόγο κατάφερα να επικρατήσω και να… σκίσω τη γάτα αν και θα το πλήρωνα αργότερα. Γυναίκες…
Το ημερολόγιο έδειχνε 18 Οκτωβρίου του 1995 και εγώ στα 18 και κάτι περίμενα το χαρτί για το στρατό, ρουφώντας όσο περισσότερο μπορούσα από ποδόσφαιρο. Ο Παναθηναϊκός σε εκείνη την απίθανη πορεία του μέχρι τα ημιτελικά του Champions League, είχε περάσει νικηφόρα από το Πόρτο χάρη στη γκολάρα του Μάρκου. Η βραδιά όμως δεν είχε τελειώσει. Ακολουθούσαν τα τότε αγαπημένα στιγμιότυπα στο «MEGA». Μεταξύ άλλων η Ρεάλ υποδεχόταν τη Φερεντσβάρος (σ.σ.: είχε παίξει πρώτη φορά στην Ευρώπη στις 13 Σεπτεμβρίου κόντρα στον Αγιαξ). Είχα δίκιο που είχα επιμείνει. Το 6-1 αποδείχτηκε πιο χορταστικό ακόμα και από τα φιλιά της κοπέλας μου.
Τα τρία από τα γκολ των Μαδριλένων τα είχε πετύχει ο Ραούλ. Ο ποιος; Ηταν η πρώτη φορά που τον άκουγα και ας είχε εμφανιστεί ένα χρόνο πριν. Βλέπετε τότε δεν υπήρχε ίντερνετ και οι εφημερίδες ακόμα δεν αφιέρωναν τόσο αναλυτικό ρεπορτάζ στα διεθνή. Ο πιτσιρικάς ήταν… σειρά, μόλις δύο μήνες μικρότερος μου. Τον λάτρεψα και τον ζήλεψα ταυτόχρονα. Εκτοτε πορευτήκαμε παρέα. Εκείνος να βγάζει μάτια στο γήπεδο και εγώ τα δικά μου, μαλώνοντας με τις εκάστοτε γυναίκες της ζωής μου που στράβωναν κάθε χειμωνιάτικη Τρίτη και Τετάρτη, όταν δηλαδή άραζα στον καναπέ για να δω να κουνάνε το σεντόνι (σ.σ.: αυτά φυσικά πριν αρχίσω να λιώνω στο πληκτρολόγιο, μπαίνοντας σε αυτή τη δουλειά).
Ο Ραούλ δεν ήταν ο καλύτερος που είχα-έχω δει. Δεν είχε την ντρίμπλα, την ταχύτητα. Δεν ήταν κάφρος, τσαμπουκάς και εννίοτε παραήταν μαλθακός στο παίξιμο του. Ελα όμως που σου κολλάει και τρελαίνεσαι με κάποιον παίκτη. Οι λεπτές κινήσεις, τα απίστευτα γλυκά τελειώματα του με τη μία επαφή όπου και με οποιονδήποτε τρόπο. Εάν λοιπόν θα μπορούσα να επιλέξω πέντε αγαπημένους παλαίμαχους (σ.σ.: και αυτός τέτοιος είναι ουσιαστικά) για να έχω την ευκαιρία να ξαναδώ όπως ήταν στα καλύτερα τους, τον Ραούλ θα τον διάλεγα μαζί με τους Μαραντόνα, Ζιντάν, Καντονά και Ρονάλντο (και για να κλέψω μία ακόμα θέση, Νο6 τον Φαν Μπάστεν).
Ο πανδαμάτωρ χρόνος λοιπόν ετοιμάζει και το δικό του οριστικό αντίο που δεν θα αργήσει. Μετρώντας κι εγώ τις στιγμές σε αυτά τα 20 χρόνια, έχω να ανακαλέσω πολλά προσωπικά περιστατικά που συμβάδισαν με τα γκολ και τις μεγάλες φάσεις του Ραούλ. Και κάπως έτσι γράφοντας το κείμενο αισθάνθηκα πως σαν να μεγάλωσα κι εγώ μαζί του, αλλά ήμουν τόσο τυχερός που τον απόλαυσα από το δικό του ξεκίνημα…
* Οποιος τον θυμάται καλά,… καταλαβαίνει!
*Πηγή: gazzetta.gr*

Δεν υπάρχουν σχόλια: