Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Η Εθνική που ήξερες, πέθανε!!

Μετά το νέο σοκ, ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την απόλυτη επιστροφή της Εθνικής στο προ 2001 μέγεθός της και εξηγεί γιατί δεν είναι πιθανό να ανασυγκροτηθεί.
Αυτή την Εθνική ομάδα δυστυχώς για μένα την έχω ξαναδεί. Την έχω ξαναζήσει, και μάλιστα πολύ καλά. Πρώτα στα χρόνια μου ως πιτσιρικάς, όταν ήμουν ball boy στο βοηθητικό του ΟΑΚΑ από τα μέσα της δεκαετίας του '80. Μετά ως πρωτόπειρος ρεπόρτερ, όταν μπαινόβγαινα στο ξενοδοχείο και στις προπονήσεις της, στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του '90. Κι ύστερα όταν άρχισα να την παρατηρώ πολύ πιο στενά, επαγγελματικά, από το 1998, τον καιρό του Ανχελ Ιορντανέσκου, όταν ανέλαβα αυτό το ρεπορτάζ για “Το Βήμα”. Αυτήν την Εθνική, δηλαδή τις εκδοχές που ήταν όμοιες με την χθεσινή, αυτή που περιέφερε το κορμί της στο Τορσβολουρ, την έχω στο πετσί μου. Ηθελα να την ξεχάσω, και κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών, ειδικά από το 2010 έως το 2014, όταν ψήθηκα ότι η μακροζωία της υγιούς Εθνικής δεν εξαρτιόταν πλέον από την συνταγή που βρήκαμε κατά τύχη, όταν προσελήφθη και – κυρίως – δεν απολύθηκε ο Οτο Ρεχάγκελ, ομολογώ ότι άρχισα να παραμυθιάζομαι ότι δεν θα ξαναεμφανιστεί σύντομα. Τελικώς όμως αρκούσε αυτό που συνέβη τον περασμένο Ιούλιο, όταν μέσα σε διάστημα ολίγων ημερών αποχώρησε ο Φερνάντο Σάντος και ξεπατώθηκε όλη η ανθρωπογεωγραφία, όλο το οργανόγραμμα της Εθνικής, για να γυρίσει η κλεψύδρα και να επιστρέψει η Εθνική στον παλιό κακό εαυτό της.
ADVERTISEMENT
Δεν είναι σε κανέναν εύκολο να εξηγήσει πώς φτάσαμε στον εξευτελισμό του Σαββάτου. Για αυτό που συμβαίνει όμως στην Εθνική, δηλαδή για την μεγάλη εικόνα, όλα έχουν την εξήγησή τους.
Το τι συνέβη από τον Ιούλιο μέχρι τον Νοέμβριο του 2014, όταν απολύθηκε ο Κλαούντιο Ρανιέρι, έχει αναλυθεί διεξοδικά. Στα μάτια πολλών που έχουν την εμπειρία της Εθνικής από διαφορετικά πόστα (παίκτες, προπονητές, παράγοντες) η ζημιά είχε ήδη γίνει. Οχι μόνο επειδή η Εθνική ουσιαστικά είχε χάσει το εισιτήριο για το Euro 2016, αλλά κυρίως διότι είχε ήδη αρχίσει να “κακομαθαίνει” τα μέλη της, τους ποδοσφαιριστές, στων οποίων τη συμπεριφορά άρχισαν να γίνονται όλο και περισσότερα τα συμπτώματα της προ 2001 εποχής. Το “εγώ” ξανάμπαινε πάνω από το “εμείς”, ποδοσφαιριστές άρχισαν να αντιλαμβάνονται εαυτούς ως σημαντικότερους από την ομάδα, η φανέλα άρχισε να χάνει βάρος, η ομάδα είχε ήδη ξαναζήσει για τέσσερις μήνες με κανόνες καφενείου.


Σε λάθος χρόνο ήρθε ο Μαρκαριάν
Ο Γιώργος Καραγκούνης έκανε αυτό που αντιλαμβανόταν ως καλύτερο υπό τις διαμορφωθείσες συνθήκες: έψαξε να βρει έναν προπονητή με ελληνική εμπειρία αλλά και με εθνική εμπειρία, που να μην κοστίζει ακριβά επειδή η ΕΠΟ δεν είχε λεφτά. Ο συνδυασμός των κριτηρίων και της οικονομικής στενότητας περιόρισαν πολύ τις επιλογές. Στα χαρτιά ο Σέρχιο Μαρκαριάν έμοιαζε ορθή λύση. Και μπορεί να είχε αποδειχθεί τέτοια, αν είχε παραλάβει αμέσως μετά από τον Φερνάντο Σάντος. Η εικόνα της Εθνικής και το χθεσινό αποτέλεσμα όμως είναι καθαρές αποδείξεις που τεκμηριώνουν το συμπέρασμα ότι αυτή η λύση δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Οχι επειδή υστερεί σε γνώσεις, εμπειρία, ιδέες, αξία έναντι των Ρεχάγκελ, Σάντος, αλλά επειδή η δική του ιδέα για το πώς μεταχειρίζεται και διαχειρίζεται τους ποδοσφαιριστές είναι “alegria” μπροστά στους πολύ απαιτητικούς στην επιβολή κανόνων λειτουργίας και πειθαρχίας και στον σεβασμό που έδειχναν στην τήρηση της ιεραρχίας προκατόχους του. Και η alegria δεν ταιριάζει στον Ελληνα ποδοσφαιριστή. Οσες φορές έζησε σε alegria φάση, η Εθνική ήταν καφενείο.
Ο Ρεχάγκελ έδιωξε ποδοσφαιριστές και παρατρεχάμενους, απομάκρυνε παράγοντες και όλη την “της προσκολλήσεως” κατηγορία ανθρώπων που βρίσκονταν στον περίγυρο της Εθνικής και κάπως έτσι δημιούργησε συνθήκες για να επιβάλει τον νόμο του. Επειδή κέρδισε τον σεβασμό, αλλά και τον “φόβο” των ποδοσφαιριστών του. Ο Σάντος, που παρέλαβε λιγότερο ταλέντο και λιγότερη προσωπικότητα εντός αποδυτηρίων, δούλεψε με μεγαλύτερη ένταση και ρίζωσε στα κεφάλια των ποδοσφαιριστών ότι είχαν αξία μόνο σαν ομάδα και όχι ως μονάδες. Και τα κατάφερε με τη βοήθεια των έμπειρων ποδοσφαιριστών αλλά και μιας σειράς έμπειρων στελεχών που βρίσκονταν εντός Εθνικής. Ο Μαρκαριάν παρέλαβε ένα χάος. Και πίστεψε ότι έπρεπε να αρχίσει από την βελτίωση της ψυχολογίας των ποδοσφαιριστών. Με τόσο εκνευρισμό που βρήκε, έφτασε σύντομα στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση δεν σήκωνε σκληράδα, αυστηρότητα και φωνές. Πιθανόν να είχε δίκιο, δηλαδή να τα έκανε όλα χειρότερα αν επιχειρούσε restart με νέους κανόνες και ποινές. Σχεδιάζε να μπει σε αυτή τη φάση με την βοήθεια των πρώτων θετικών αποτελεσμάτων. Συνεπώς δεν θα μάθουμε ποτέ αν θα τα κατάφερνε ο Ουρουγουανός.


Και τώρα;
Ο κλασικός ο Ελληνας ο αθλητικός δημοσιογράφος σε μια μέρα σαν τη σημερινή έχει πολύ εύκολη δουλειά: τα ισοπεδώνει όλα, ξεφτιλίζει τους πάντες, κάνει ρόμπα τα πρόσωπα, αναθεματίζει, ζητάει κεφάλια, υπερβάλει, κάνει τον πατριώτη, ζητεί μερικές απελάσεις, κοτσάρει κι ένα “τα 'λεγα εγώ” και το βγάζει το μεροκάματο. Τέτοια ήταν τα ελληνικά αθλητικά media για δεκαετίες, γι' αυτό και συνέβαλαν στο μεγαλείο της Εθνικής – καφενείο μέχρι το 2001, γι' αυτό δεν ήξεραν πώς να σταθούν από το 2001 μέχρι το 2014, γι' αυτό δεν άλλαξαν την αντίληψη και την νοοτροπία του μέσου Ελληνα ποδοσφαιρόφιλου σε σχέση με την Εθνική ομάδα. Γι' αυτό δεν πρόλαβαν το κακό, το οποίο φαινόταν ότι έρχεται από την Ανοιξη του 2014, δηλαδή από τον καιρό που τα συλλογικά τοξικά απόβλητα ξανάβρισκαν χώρο στα αποδυτήρια της Εθνικής, από τον καιρό που ο τότε πρόεδρος της ΕΠΟ αντιμετώπιζε την υπόθεση “διάδοχος του Σάντος” με την “σιγά, με τόσο εύκολη κλήρωση και με τρία εισιτήρια ανά όμιλο η Εθνική προκρίνεται στο Euro και με εμένα προπονητή” αμάθεια και αμέλεια.
Εδώ που έχει φτάσει, δηλαδή στο υπέδαφος της τελευταίας 15ετίας η Εθνική έχει ανάγκη από πλήρη επανεκκίνηση. Να στελεχωθεί από τα πιο αξιόλογα στελέχη της Euro 2004 γενιάς, να προσλάβει έναν φιλόδοξο, με εμπειρία και παράστημα, ξένο προπονητή με όραμα και σχέδιο, να απομακρύνει όσους ποδοσφαιριστές δεν δείχνουν με την καθημερινή συμπεριφορά τους ότι αντιλαμβάνονται ως υπέρτατη τιμή την κλήση στην Εθνική ακόμη και αν χρειαστεί να στελεχωθεί από νεαρούς και άπειρους παίκτες που δεν έχουν ακόμη περάσει τα σύνορα και αγωνίζονται σε μικρομεσαίες ελληνικές ομάδες. Διότι η μεγαλύτερη ανάγκη της είναι να ξαναγίνει ομάδα και όχι να απαρτίζεται από αναγνωρίσιμους ποδοσφαιριστές. Ναι, έχει ανάγκη και από ψημένους ποδοσφαιριστές, αλλά μόνο από αυτούς που τη σέβονται.
Ολο αυτό το restart πρέπει να βασιστεί στην προσδοκία να αναδεικνύονται νέοι ποδοσφαιριστές, δουλεμένοι και κατάλληλα προετοιμασμένοι για να προσφέρουν στην Εθνική. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει να ξαναλειτουργήσει το εθνικό σχέδιο, δηλαδή να ανιχνεύονται τα ταλέντα από την προεφηβική ηλικία και να δουλεύουν με σχέδιο στις μικρές εθνικές ομάδες. Με πιο απλά λόγια, να ξαναεφαρμοστεί το σχέδιο που εκπόνησε με τόσο κόπο ο Σάντος και ξεπάτωσε με τόση ευκολία ο Σαρρής. Ποιος να τα κάνει όμως αυτά; Η ΕΠΟ του Γκιρτζίκη;
Την 5η Ιουλίου 2004, όταν νωρίς το πρωί προσγειώθηκα στην Αθήνα από τη Λισσαβόνα, επέστρεψα με πλήρη συνείδηση ότι αυτό που είχα ζήσει το προηγούμενο βράδυ δεν θα το ξαναζήσω στη ζωή μου. Διότι είχα πλήρη εμπιστοσύνη στον κλασικό τον Ελληνα τον ποδοσφαιροπαράγοντα. Γι' αυτό και όσα ακολούθησαν, δηλαδή το Euro 2008, το Μουντιάλ 2010, και κυρίως την 8αδα στο Euro 2012 και την 16αδα στο Μουντιάλ 2014 τα αντιλαμβανόμουν και τα ζούσα ως επιπλέον ακριβά δώρα που δύσκολα θα ξαναδεχθούμε οι Ελληνες ποδοσφαιρόφιλοι. Τώρα πια η βεβαιότητα για όλα αυτά είναι διάχυτη. Τώρα πια το έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει. Την Εθνική που ξέραμε, να ζήσουμε να τη θυμόμαστε. Διότι οι πιθανότητες να την ξαναδούμε ζωντανά είναι ελάχιστες.
*Πηγή: gazzetta.gr*

Δεν υπάρχουν σχόλια: