Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Ο σοφός της Ορταλέθα!

Ο Αλέξης Σπυρόπουλος θυμάται τον ανελέητο πόλεμο που έφαγε απ’ τους μετά θάνατον υμνητές του ο Λούις Αραγονές όταν έκοψε τον Ραούλ κι έσπασε την κλίκα-Ρεάλ στην Εθνική Ισπανίας.
Το πιο ξεκούραστο ταξίδι σε θερινό τουρνουά με την Εθνική ήταν, μακράν, στο EURO 2008. Δυο ώρες με το αεροπλάνο ως το Μόναχο, άλλες δυο ώρες με το νοικιασμένο αυτοκίνητο ως το Ζάλτσμπουργκ, ως κάτοχος του τίτλου η ομάδα έπαιξε και τα τρία ματς του ομίλου εκεί, ένα ξενοδοχείο απ’ την αρχή ως το τέλος, καμία εσωτερική μετακίνηση, τρεις σβηστές ήττες αφού το γκρουπ ψυχοφυσικά ήταν στα μαύρα χάλια του, όπως πήγαμε έτσι γυρίσαμε. Ηταν η μοναδική, αν δεν λησμονώ κάτι, φορά στη ζωή μου που συνάντησα τον Λούις Αραγονές. Στις καθιερωμένες press activities της UEFA ενόψει του αγώνα Ελλάδα-Ισπανία.
Ο αγώνας δεν είχε ενδιαφέρον. Δύο ήττες, ήδη εμείς. Δύο νίκες, ήδη αυτοί. Μας έπαιξαν με ολόκληρη τη δεύτερη ενδεκάδα τους, απ’ το «12» ως το «22». Δεύτερα, βέβαια, εννοούμε…Σεσκ, Σάμπι Αλόνσο, Ινιέστα. Λογικό. Αφού «πρώτα» ήταν ο (MVP της διοργάνωσης) Σένα, ο Τσάβι, ο Καθόρλα. Μετά το παιγνίδι, για μας το τελευταίο βράδι στην Αυστρία, θυμάμαι ότι είχα τελειώσει με τη δουλειά αλλά ξέμεινα αργά στη μεγάλη σάλα του Κέντρου Τύπου με κάτι Ισπανούς δημοσιογράφους. Χαζεύαμε στις τηλεοράσεις μια αναμέτρηση άλλου ομίλου, απ’ την οποία εκείνοι περίμεναν να βγει ο αντίπαλος της Ισπανίας στον προημιτελικό.
Παιζόταν, νομίζω, μεταξύ Ιταλίας και Γαλλίας. Βγήκε, εν τέλει, Ιταλία. Ακόμη και σήμερα, μου είναι αδύνατον να ξεχάσω το πάνδημο «πένθος» που κάλυψε τα  πρόσωπά τους! Κάπως έτσι θα ζωγράφιζε ένας πλανόδιος αρτίστας, στον δρόμο, τα πρόσωπα των λούζερ. Είχαν Βίγια στα καλύτερά του, είχαν Φερνάντο Τόρες στα καλύτερά του, η Ιταλία εμφανιζόταν μετρίως μέτρια, κι όμως ετούτο δεν απόδιωχνε τον «φόβο της νίκης». Είχαν συμβιβαστεί μια χαρά με την ιδέα της ήττας. Αλλ’ αδυνατούσαν ν’ αντιμετωπίσουν (πολύ περισσότερο να συμφιλιωθούν με) την ιδέα της νίκης.
«Φεύγεις αύριο;» με ρώτησε ο Χουάν Κάστρο που στη Marca κάνει πάντοτε το ρεπορτάζ των αντιπάλων της Ισπανίας στα Παγκόσμια και στα Ευρωπαϊκά. Του έγνεψα καταφατικά. «Εγώ, σε…τρεις-τέσσερις μέρες. Μετά την Ιταλία. Ξέρεις, μηδέν-μηδέν, πάμε στα πέναλτι, κερδίζουν αυτοί, αν έλθω Ελλάδα για διακοπές, θα σου τηλεφωνήσω». Τα είχε, όλα, τακτοποιημένα μέσα του. Το 2004 στην Πορτογαλία, όταν αποκλείστηκαν στην ισοβαθμία μαζί μας, ζορίστηκε πιο πολύ να το αποδεχθεί. Εδώ, δεν υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα. Ιταλοί, πέναλτι, τέλος, διακοπές.
Σ’ ένα βαθμό, το κατανοούσες. Το νωπό παρελθόν τους. Το χαμένο πέναλτι του Ραούλ στο 90’ του προημιτελικού με τη Γαλλία, το 2000. Το νοκ-άουτ στα πέναλτι από την Αγγλία, στον προημιτελικό του ’96. Το νοκ-άουτ στα πέναλτι απ’ τη Νότια Κορέα, στον προημιτελικό του 2002. Τώρα, το προγνωστικό τους επιβεβαιώθηκε. Μολονότι συντριπτικά ανώτερη η Ισπανία, η Ιταλία βρήκε τρόπο να κλείσει το ματς στο 0-0 και να το πάει στα πέναλτι. Είχα, κιόλας, επιστρέψει στην Αθήνα. Το ‘βλεπα στην TV. Πριν τα πέναλτι, ξαναείδα με το νου τα πρόσωπά τους. Τα πρόσωπα της επερχόμενης κηδείας.
Ω του θαύματος, ωστόσο, στα πέναλτι οι Ισπανοί για μια φορά τα κατάφεραν. Ο Χουάν άργησε να επιστρέψει στη βάση του, ακολούθησε την υπόθεση all the way ως τον τελικό της Βιέννης με τη Γερμανία, οι διακοπές στην Ελλάδα ματαιώθηκαν. Εκεί και τότε, κλίκαραν. Ολοκληρωτικά. Οριστικά. Απαξ δια παντός. Τα υπόλοιπα είναι η γνωστή, τρέχουσα ακόμη, ιστορία. Η ιστορία της πρωτοφανούς κυριαρχίας των, μια φορά κι ένα καιρό, λούζερ. Όπως κι αν το ‘κανε ο γερο-Λούις, δεν έχω ιδέα ακριβώς πώς, το ‘κανε μες στον στενό κύκλο της ομάδας. Δεν έφτασε, ως το σώμα του Τύπου. Οι Ισπανοί δημοσιογράφοι το είδαν, την ώρα που πλέον συνέβαινε. Την ώρα που ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια τους. Όταν οι Ισπανοί διεθνείς τον έπαιρναν στα χέρια, τον πετούσαν στον αέρα και τον ξανάπιαναν...
Ως τότε, ήταν επιφυλακτικοί μαζί του. Εως, ιδίως οι δημοσιογράφοι «της Ρεάλ», χλευαστικοί. Μετά, σαν…καλοί δημοσιογράφοι, όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο με τη νίκη, έγιναν υμνητές. Και σαν υμνητές, τον αποχαιρέτησαν μετά θάνατον. Αυτό το «με σένα άλλαξαν όλα», contigo cambio todo, της κυριακάτικης Marca. Μετά συγχωρήσεως, κολοκύθια με τη ρίγανη! Το περιβάλλον-Ρεάλ πολέμησε τον Λούις Αραγονές, εν ζωή, ανηλεώς. Για αρχή, ο Λούις ήταν «της Ατλέτι». Φιναλίστ Πρωταθλητριών ’74. Σκόρερ, στον τελικό με τη Μπάγερν. Και προπονητής της, μετέπειτα. Εν πάση περιπτώσει, εάν αυτό υπήρχε μία περίπτωση να προσπεραστεί, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να προσπεράσουν ότι ο Λούις είχε αγγίξει το τοτέμ τους. Είχε πειράξει τον Ραούλ. Εσπασε, δια του Ραούλ, την κλίκα-Ρεάλ. Για την ακρίβεια, μόλις τον έκοψε και προώθησε στη θέση του τον Βίγια, η Ισπανία άρχισε να κερδίζει. Κι ακόμη, δεν έχει σταματήσει να κερδίζει.
Το ζήτημα ήταν ασυγχώρητο. Χειρότερο, κι απ’ αυτό του Ζοσέ Μουρίνιο πέρυσι μ’ ένα άλλο τοτέμ, τον Κασίγιας. Ο γέρος άντεχε τα πάντα. Για δύο χρόνια, απ’ το 2006 που τον έκοψε ως το 2008 που θριάμβευσε, δεν έγινε ούτε μία πρες-κόνφερανς στην οποία να μη ερωτηθεί, να ερωτηθεί επιθετικά εννοώ, προσβλητικά, για τον Ραούλ. Το αντίβαρο ήταν η, φιλικά διακείμενη έναντι της Ατλέτικο, As. Και οι καταλανικές. Τον αποκαλούσαν «ο σοφός της Ορταλέθα», Ορταλέθα είναι η περιοχή της Μαδρίτης στην οποία ο Λούις γεννήθηκε. Εκείνο το βράδι στο Κέντρο Τύπου του Ζάλτσμπουργκ, είχα πει στην τρελαμένη ισπανόφιλη-ρεαλόφιλη συνάδελφό μου, τη Βασιλική Παπαντωνοπούλου που δουλεύει για την UEFA, «κι αν το πάρετε;»
Έκανε, αφομοιωμένη πλήρως στο κλίμα των φιλοΡαούλ Ισπανών, μία απαξιωματική γκριμάτσα. «Δεν θ’ αντέξω να διαβάσω ξανά για τον σοφό της Ορταλέθα». Ο,τι φοβάσαι πως θα σου συμβεί, αυτό είναι που συνήθως συμβαίνει…
Πηγή: gazzetta.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: